Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Μικροαστική προέλευση και σκοταδιστικές αντιλήψεις...

*
stavrosx1
***
*
Για τον επιθετικό ανορθολογισμό



από poexania

Προσφάτως, η Κατιούσα, μέσα από την τρέχουσα σειρά άρθρων του Πόε αλλά και ενός σχολίου σχετικά με το Τίμιο Κάστανο, ανέδειξε το κρίσιμο ζήτημα της αναβίωσης και επέκτασης σκοταδιστικών αντιλήψεων και «μαγικών» πρακτικών στη σύγχρονη κοινωνία. Με αφορμή την ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση, θα ήθελα να σχολιάσω μια συγκεκριμένη πτυχή του φαινομένου της «επαναμάγευσης του κόσμου» που μέχρι στιγμής έχει θιχτεί μόνο εμμέσως, αλλά στο μέλλον θα λάβει μάλλον σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.

Αναφέρομαι στην τάση ενός συνεχώς αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων κυρίως μικροαστικής προέλευσης, όχι απλώς να υιοθετούν ανορθολογικές αντιλήψεις, αλλά και να τις προωθούν ενεργά, να τις περιφρουρούν με πυγμή απέναντι σε κάθε κριτική και σε τελική ανάλυση να τις μετασχηματίζουν σε κεντρικό κομμάτι της κοινωνικής τους συνείδησης. Παραδείγματα αυτής της τάσης είναι μεταξύ άλλων το κίνημα κατά του εμβολιασμού, η υπόθεση Σώρρα και η εκστρατεία κατά του διαχειριστή της τρολλοσελίδας «Άγιος Παστίτσιος». Αποκαλώ αυτό το φαινόμενο «επιθετικό ανορθολογισμό» για να το διαχωρίσω από την μέχρι πρότινος ακίνδυνη παρουσία παρεμφερών πεποιθήσεων στην ελληνική κοινωνία και τον δημόσιο λόγο.

Εξηγούμαι: Όσοι από μας είναι γύρω στα πρώτα -άντα και επομένως μεγάλωσαν στις χρυσές πασοκικές δεκαετίες του 80-90, την εποχή της άνθησης της μικροαστικής τάξης (και μερικής αστικοποίησης κάποιων τμημάτων της), σίγουρα θα θυμούνται ότι οι διάφορες μαγικές δοξασίες δεν ήταν ακριβώς ανύπαρκτες στο δημόσιο λόγο και στην κοινωνική συναναστροφή. Μιλάμε για την εποχή του περιοδικού Strange, των σατανιστών της Πεντέλης, της αστρολογίας κ.ο.κ. Ποιος σημερινός τριαντάρης δεν έχει βρεθεί στα σχολικά του χρόνια σε παρέα που έκανε συζητήσεις περί μαγείας και «ανεξήγητων» φαινομένων, ποιος δεν θυμάται καλοκαιρινό τραπέζι όπου κάποιος οικογενειακός φίλος θα ανέπτυσσε μεταξύ σοβαρού και αστείου (;) τη θεωρία του ότι οι Έλληνες είναι εξωγήινοι και γι’αυτό είναι καλύτεροι από τους χαζο-ξένους.

Τότε, αυτές οι αντιλήψεις βρίσκονταν σε ειρηνική συνύπαρξη με ένα γενικότερο σεβασμό προς την επιστήμη ως δραστηριότητα και τους επιστήμονες ως κοινωνικό στρώμα. Μπορεί ο κόσμος να πίστευε σε μαντζούνια και ξεματιάσματα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση γονιός να αρνηθεί να εμβολιάσει το παιδί του. Μπορεί η εκκλησία να έχαιρε εκτίμησης, αλλά λίγοι ήταν αυτοί που θα προτιμούσαν το παιδί τους να πάει στην ιερατική αντί για τη ΣΕΜΦΕ.

Αυτή η αντίφαση στην κοινωνική συνείδηση ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια της φύσης της ελληνικής κοινωνίας ως προσφάτως (μεταπολεμικά) και ταχέως (σε μια γενιά) αστικοποιημένης και εκσυγχρονισμένης. Ένας κόσμος που μέχρι χθες ζούσε στη μικρή κοινωνία του χωριού βρισκόταν ξαφνικά αντιμέτωπος με έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών χωρίς να έχει τα εργαλεία να τον διαχειριστεί, καθώς το σύστημα παιδείας από το δημοτικό ως το πανεπιστήμιο ήταν προσανατολισμένο στην παροχή έτοιμης ‘γνώσης’ με σκοπό την προετοιμασία επαρκώς ικανού εργατικού και επιστημονικού δυναμικού, χωρίς να ασχολείται ιδιαίτερα με την καλλιέργεια κριτικών ικανοτήτων για την αυτόνομη απόκτηση και αξιολόγηση της γνώσης.

Παρόλα αυτά, σε συνθήκες ανάπτυξης, η δυνατότητα που έδινε η επιστημονική εξειδίκευση για κοινωνική ανέλιξη, αλλά και η πραγματική βελτίωση που βίωνε ο κόσμος στην καθημερινότητά του λόγω της επέκτασης των υποδομών, του συστήματος υγείας κ.ο.κ, είχε ως αποτέλεσμα ο περισσότερος κόσμος να κρατάει τις διάφορες δοξασίες στο πίσω μέρος του μυαλού του, ή τέλος πάντων να τις αντιμετωπίζει κάπως σαν χόμπι ή χαβαλετζίδικο θέμα συζήτησης.

Σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης όμως – όταν η επιστημονική κατάρτιση δεν είναι πια τρόπος κοινωνικής ανέλιξης (ούτε καν διατήρησης της κοινωνικής θέσης κάποιου) και τα επιτεύγματα της επιστήμης δεν επιστρατεύονται για την κοινωνική ευημερία – τα καταστρεφόμενα μικροαστικά στρώματα, μην μπορώντας να αποδεχτούν τη σύνθλιψή τους ως νομοτέλεια του συστήματος, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να το ρίξουν στην τρέλα. Μιλάμε φυσικά για υποκείμενα που ποτέ δεν πήραν πραγματικά διαζύγιο από τον «μαγικό» τρόπο σκέψης και που στρέφονται στον άκρατο υποκειμενισμό που αυτός προσφέρει προκειμένου να εξηγήσουν την κατάστασή τους και να εξοπλιστούν ψυχολογικά για την αντιμετώπιση της.

Ο λόγος που μιλάω για «επιθετικό ανορθολογισμό» πιο πάνω είναι ότι αυτές οι δοξασίες, εκτός από την κινηματική τους διάσταση, τείνουν προς όλο και πιο εξωπραγματικές μορφές. Δεν μας έφτανε η εκκλησία και οι Γέροντες, έχουμε τώρα επίπεδη Γη και Ελοχίμ. Η πραγματικότητα μας τα χάλασε, οπότε της κάνουμε μούτρα.

Μπορεί αυτά να φαντάζουν αστεία, αλλά δυστυχώς δεν είναι και τόσο. Η γενίκευση του ανορθολογισμού είναι ο ιδεολογικός προθάλαμος για το πέρασμα των μικροαστικών στρωμάτων στο φασισμό. Αυτό επειδή σε αντίθεση με την αστική ιδεολογία γενικότερα, η φασιστική έχει σκοπό όχι να αδρανοποιήσει, αλλά να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει λαϊκά στρώματα ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον (κοινώς ο λαός να βάλει τα χέρια του και να βγάλει τα μάτια του). Μπορεί ας πούμε το λούμπεν-τβ να σπάει πλάκα με τους δωδεκαθεϊστές αλλά το αστείο ξινίζει λίγο όταν θυμηθούμε ότι στη Ναζιστική Γερμανία αναπτύχθηκε η λατρεία του ήλιου και του θεού Βόταν (ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο έβγαλε το μάτι του). Ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα όταν αναλογιστούμε ότι μεγάλο κομμάτι των κατεστραμμένων μικροαστών αναγκαστικά θα προλεταριοποιηθεί, πράγμα που σημαίνει ότι σημαντικά κομμάτια της εργατικής τάξης στο μέλλον θα κουβαλάνε αυτόν ακριβώς τον επιθετικό ανορθολογισμό, με αποτέλεσμα να είναι… εμβολιασμένα ενάντια στον Μαρξισμό. Ταυτόχρονα, η γενίκευση του ανορθολογισμού στο αστικό ιδεολογικό πεδίο θα δημιουργήσει ευκαιρίες για πολιτικά ανοίγματα στο χώρο των επιστημόνων και των προοδευτικών διανοουμένων γενικότερα. Ο επιθετικός ανορθολογισμός είναι λοιπόν ένα σύνθετο ζήτημα που θα απασχολήσει στο μέλλον τόσο το ΚΚΕ ως πολιτική πρωτοπορία του λαϊκού κινήματος, όσο και τους φίλους και συμμάχους του.

(Ιστρολλικός)
---
---
*

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Μπράβο σας. Μέσα η Ηριάννα, έξω οι πρεζέμποροι

*
Ανασυγκρότηση
***
*
Ύποπτη φυγής η Ηριάννα...

Ο ναρκέμπορος πού να φύγει να πάει;


Ο Λιακουνάκος, ο Εμμανουήλ των υποβρυχίων, ο Ρουπακιάς, ο εκδότης Ανδρουλιδάκης, ο, ο, ο.... Αποφυλακίστηκαν πριν δικαστούν γιατί έτσι αποφάσισε κάποιο Συμβούλιο κρίνοντας πως δεν είναι επικίνδυνοι ή πως έχουν μια ξαφνική αναπηρία που εμφανίστηκε σαν γρίπη. 

Φυσικά δεν μπορούσε να συμβεί το ίδιο με την Ηριάννα ή με κάθε Ηριάννα, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις αποφυλάκισης. Φυσικά και πάλι, δεν μιλάμε για τις νομικές προϋποθέσεις, αλλά γι αυτές που κατασκευάζονται ή που γίνονται λάστιχο. Υπάρχουν δύο δικαστές που προχθές ψήφισαν να αποφυλακιστεί ο καταδικασμένος για το NOOR 1 Μάκης Γιαννουσάκης, ενώ για τον άλλο κατάδικο και φίλο φίλων, τον Αιμίλιο Κοτσώνη, παρότι καταδικασμένος για τους 2,1 τόνους ηρωίνη, δεν τον χωρά η φυλακή.

Πρέπει να σταματήσει αυτή η κοροϊδία. Πρέπει να σταματήσουν και οι νομικές ερμηνείες,..
που κάνουν τη Δικαιοσύνη όπως απεικονίζεται στο πρωτοσέλιδο του Documento, με ζαρτιέρες και όλα τα καλούδια της έκδοσης. Η Δικαιοσύνη πρέπει να αποδίδεται και όχι να εκδίδεται.

Ναι ξέρω, υπάρχουν πολλές ερμηνείες και η κρίση του δικαστή και τα κωλύματα και οι νομικές παράμετροι. Δικαιοσύνη υπάρχει; Αυτό είναι το ερώτημα.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα το πως όπως το αντιλαμβάνεται ο μέσος πολίτης. Όταν η Δικαιοσύνη αυτονομείται από το περί Δικαίου αίσθημα, από την κοινωνία και τις κοινωνικές διαστάσεις της απόδοσής της, τότε κάποιο πρόβλημα υπάρχει. Μπορεί να φταίει η διαφθορά, μπορεί να είναι ο μέτριος δικαστής, μπορεί να είναι ο δικαστής που έχει πάψει να έχει σχέση με την κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Η Δικαιοσύνη που χάνει το κύρος της, που αποκτά αντιπαλότητα με τους πολίτες, που αφυδατώνεται από οτιδήποτε ανθρώπινο και βαφτίζει Δίκαιο την τυπολατρεία.

Η Δικαιοσύνη που υποκλίνεται στον ισχυρό, ή τουλάχιστον έτσι δείχνει και εξαντλεί την αυστηρότητά της στους αδύναμους. Που φυλακίζει Ηριάννες και νομολογεί ακατάσχετα για να απελευθερώσει πρεζέμπορους. Που διυλίζει δικογραφίες και καταπίνει νομικά τερατουργήματα Υπουργών τύπου Αθανασίου και Βενιζέλου. Ύποπτη φυγής και διάπραξης νέων αδικημάτων η Ηριάννα. Μπράβο σας. Έχετε δίκιο. Ο ναρκέμπορος πού να φύγει να πάει; Είναι μέσα στα σαλόνια σας και τα σαλόνια και τις παρέες των φίλων σας. Γι αυτό δεν θέλετε κριτική, για να διατηρήσετε μια ανεξέλεγκτη εξουσία που βαφτίζετε ανεξάρτητη. Από την αλήθεια και μόνο.

Κώστας Βαξεβάνης (documentonews)
---
*

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

"Ουαί υμίν, υποκριταί"

*
stavrosx1
***
*

Η Θάνου, οι άλλοι, η υποκρισία


Δεν είναι η πρώτη που «αμάρτησε». Εχουν προηγηθεί άλλοι, από την άλλη πλευρά. Αν είναι σκάνδαλο ο διορισμός της στο Γραφείο του Πρωθυπουργού, μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι ο διορισμός των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων από τις κυβερνήσεις. Μόλις αλλάξει αυτό, να απαγορευθεί και ο διορισμός τους σε πολιτικές θέσεις

Γράφει ο Γιώργος Καρελιάς

Κάποτε πρέπει να σταματήσει η τόσο μεγάλη υποκρισία που κυριαρχεί στο δημόσιο βίο (δεν θα γίνει, αλλά ας κάνουμε μια θερινή ευχή). Τουλάχιστον όσοι έχουν τη φωλιά τους λερωμένη να μην έχουν το θράσος να βλέπουν ακαθαρσίες μόνο στη φωλιά του γείτονα.

Η κυρία Βασιλική Θάνου δεν πρόλαβε να αποχωρήσει από την προεδρία του Αρείου Πάγου (λόγω ορίου ηλικίας, το οποίο πάσχισε να επεκτείνει, ώστε να μείνει μέχρι τα γεράματα, αλλά απέτυχε) και ανακοινώθηκε ο διορισμός της στο Νομικό Γραφείο του Πρωθυπουργού. Σε μια κανονική χώρα, σαν κι αυτές όπου τηρούνται ορισμένες αρχές δεοντολογίας (αν δεν υπάρχουν ασυμβίβαστα), αυτό δεν θα γινόταν. Τουλάχιστον μέχρι να περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Να τηρούνται κάποια προσχήματα, βρε αδερφέ!

Όμως, η Ελλάδα δεν ανήκει σ’ αυτές τις χώρες και αυτά είναι ψιλά γράμματα. Επομένως, οι αντιδράσεις για το διορισμό της κυρίας Θάνου είναι υποκριτικές, ιδιαίτερα αν προέρχονται από κόμματα και στελέχη τους που έχουν κάνει στο παρελθόν ακριβώς το ίδιο!

Η ΝΔ, που σκίζει τα ιμάτιά της για την κυρία Θάνου, έχει στις τάξεις της τον Χαράλαμπο Αθανασίου. Ο οποίος έφυγε από Αρεοπαγίτης και έγινε βουλευτής της ΝΔ και αμέσως μετά υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Σαμαρά (2012)!

Ερώτημα πρώτον: τότε δεν ίσχυαν τα περί διάκρισης των εξουσιών, που επικαλείται σήμερα η ΝΔ;

Ερώτημα δεύτερον: σε τι διαφέρει ο διορισμός του Αθανασίου από αυτόν της Θάνου; Και ποια είναι ισχυρότερη θέση, του υπουργού ή του (της) επικεφαλής του Νομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού; Οι απαντήσεις είναι, νομίζω, αυτονόητες.

Δεν είναι, λοιπόν, η πρώτη φορά που ανώτατοι δικαστές καταλαμβάνουν πολιτικές θέσεις. Εμβληματικότερη περίπτωση είναι αυτή του Χρήστου Σαρτζετάκη (είχε γίνει Αρεοπαγίτης), ο οποίος το 1985 επελέγη για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Σαρτζετάκης ήταν ΠΑΣΟΚ; Δεν έχει σημασία, ταυτίστηκε μαζί του, αφού η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τον επέλεξε. Οπως και ο Αθανασίου (ήταν ή έγινε) ΝΔ. Η Θάνου είναι ΣΥΡΙΖΑ; Πιθανότατα έγινε, αφού η κυβέρνησή του την επέλεξε.

Κατά καιρούς έχουν γίνει όργια με τη δικαστική επετηρίδα. Ένα μόνο παράδειγμα. Για να γίνει Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ο Βασίλης Κόκκινος στη δεκαετία του ’90, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε μακροβούτι στην επετηρίδα από τον Πειραιά έως το Σούνιο. Βλέπετε, θα ήταν ο πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο θα δίκαζε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όχι πώς το ΠΑΣΟΚ δεν είχε κάνει ανάλογα στη δεκαετία του ‘80.

Είμαστε στο 2017 και κάποια πράγματα θα έπρεπε να έχουν αλλάξει. Θα έπρεπε να προβλέπονται κάποια ασυμβίβαστα. Για παράδειγμα, θα έπρεπε να περάσουν ένα, δύο ή τρία χρόνια από την αποχώρησή τους μέχρι οι ανώτατοι δικαστές να μπορούν να καταλαμβάνουν πολιτικές θέσεις. Αλλά ουδείς φρόντισε γι’ αυτό, άρα οι φωνές σήμερα είναι υποκριτικές.

Η κυρία Θάνου δεν έκανε καλή θητεία στην προεδρία του Αρείου Πάγου. Οχι επειδή σήμερα διορίστηκε στο Νομικό Γραφείο του Πρωθυπουργού. Για άλλους λόγους. Για παράδειγμα, έδειξε δυσανεξία στην κριτική και συμπεριφέρθηκε αυταρχικά, μηνύοντας τον καθηγητή Σταύρο Τσακυράκη ακριβώς γιατί της άσκησε κριτική. Πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία του θεσμού αυτού. Δεύτερο παράδειγμα: προσπάθησε να πετύχει την παράταση της θητείας των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, δηλαδή (και) της δικής της, γνωρίζοντας ότι το απαγορεύει το Σύνταγμα. Οσοι τα είπαμε στην ώρα τους (εδώ και εδώ) δικαιούμεθα να θυμίσουμε και τα αμαρτήματα των άλλων. Οσοι πορεύονται με οδηγό «τα εμά εμά και τα σα εμά» είναι αναξιόπιστοι.

Η υπενθύμιση όσων έκαναν οι προηγούμενοι δεν γίνεται για να «αθωωθούν» όσα -ορισμένα χειρότερα- κάνουν οι σημερινοί, οι οποίοι αντιγράφουν μια χαρά την καθεστωτική λογική των «παλιών». Γίνεται επειδή ορισμένοι θέλουν να ξεχνούν πώς ξεκίνησαν όλα αυτά. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τα βρήκαν και τα συνεχίζουν. Οι προηγούμενοι -όσοι έχουν κυβερνήσει- δεν δικαιούνται να παριστάνουν τους τιμητές. Δικαιούνται όσοι δεν τα έχουν κάνει, γι’ αυτό είναι σωστή -και εύλογη- η κριτική που άσκησε το Ποτάμι.

Αν, λοιπόν, είναι σκάνδαλο ο σημερινός διορισμός της κυρίας Θάνου, μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι ο διαχρονικός διορισμός των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων από τις κυβερνήσεις. Οσοι σήμερα διαμαρτύρονται ας διακηρύξουν ότι θα το αλλάξουν με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Και μετά ας απαγορεύσουν και τον διορισμό των «αποστρατευομένων» σε πολιτικές θέσεις, τουλάχιστον μέχρι να περάσει ένα εύλογο διάστημα, ώστε να τηρούνται κάποια προσχήματα. Ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χριστόφορος Σεβαστίδης προτείνει η απαγόρευση να ισχύει για τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή τους.

Αυτή είναι η σωστή θέση και όχι τα κλαψουρίσματα για το διορισμό της Θάνου από όσους «ξεχνούν» τα δικά τους. Η τέως πρόεδρος δεν έπρεπε να δεχθεί, ξεπέρασε κάθε όριο δεοντολογίας. Αλλά φαίνεται ότι της αρέσει πολύ η καρέκλα. Το είχε δείξει. Οι οψίμως αντιδρώντες ας κοιτάξουν τη δική τους γούνα, που χρειάζεται πολλά ράμματα. Σ’ αυτούς ταιριάζει η ρήση της Γραφής «Ουαί υμίν, υποκριταί».
---
*

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Ο νεοέλληνας και τα προβλήματά του

*
stavrosx1
***
*

Θέαμα χωρίς... άρτο
με μαχητές και βοσκό*
στο μαντρί του Γαλατσίου


- Είκοσι ευρώ! - Πενήντα! - Το νεφρό μου!

Φοράω στο δεξί μου χέρι το πιο πολύτιμο κομμάτι της κοσμηματοθήκης μου, παρ’ όλο που δεν το ήξερα κι ούτε μπορώ καλά καλά να καταλάβω γιατί.

Στην κορυφή του λόφου Βεΐκου από νωρίς το μεσημέρι έχουν μαζευτεί εκατοντάδες άνθρωποι που δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν το λευκό βραχιολάκι -μια πρόσκληση δηλαδή- για να μπουν στο θεατράκι όπου θα γίνει ο τελικός του Survivor.

Στα κάγκελα της εισόδου άλλοι τόσοι ζουλιούνται, ποδοπατιούνται, ουρλιάζουν, κλαίνε και παρακαλάνε.

Το κινητό του αντιδημάρχου χτυπάει ασταμάτητα: «Οχι, κύριε Ταδόπουλε, λυπάμαι, δεν μπορώ να σας βάλω», «Σας καταλαβαίνω, κυρία Ταδοπούλου, δεν γίνεται».

Εκτός από το... πολιτικό βύσμα, το κοινό επιστρατεύει ό,τι μπορείς να φανταστείς -από γαλιφιές μέχρι «καντήλια»- για να μπει στο πιο χοτ σποτ του καλοκαιριού.

Και στα χείλη όλων παίζει ένα μαγικό όνομα: Εμινέ, όποιος ξέρει ή κάνει ότι ξέρει την περίφημη Εμινέ, την πανέμορφη Τουρκάλα της παραγωγής, μπορεί και να μπει.

Αστυνομικοί, ασφαλίτες, σκυλιά, έλεγχος με ράβδους, εθελοντές του δήμου με κίτρινα γιλέκα και οι άνθρωποι της παραγωγής παλεύουν για να φέρουν βόλτα το πλήθος που όποτε ένας από τους παίκτες εμφανίζεται φευγαλέα φτάνει σε οργασμό.

«Ευρυδίκηηηηηηηη», «Γιώργοοοοοο», «Σάραααααα».

Είναι όλοι τους πανέμορφοι, αθλητικοί, καλοντυμένοι, μοιάζουν λίγο πιο ψηλοί από εμάς τους κοινούς θνητούς, σαν η λατρεία του πλήθους να τους σηκώνει κάποια εκατοστά από το έδαφος.

Μια λατρεία τυφλή, αλλά εξόχως εκφραστική: δάκρυα συγκίνησης, κραυγές, χάδια, αγκαλιές και αναρίθμητες σέλφι. Προς τι; Γιατί;

«Γιατί είναι μαχητές». «Γιατί είναι αθλητές». «Γιατί άντεξαν τα πάντα». «Γιατί έτσι θα γίνω όταν μεγαλώσω». «Γιατί τους λατρεύωωωω».


Ολα αυτά δεν μου βγάζουν κανένα νόημα, αλλά για το εκστασιασμένο πλήθος αυτή που δεν βγάζει κανένα νόημα είμαι εγώ: η τυχερή με το λευκό μου βραχιολάκι που δεν αντιλαμβάνομαι ουδόλως πόσο πολύ τυχερή είμαι.

Ολοι οι άλλοι εκλεκτοί της θεάς Τύχης νιώθουν βαθιά ευγνωμοσύνη, αφού ο ΣΚΑΪ ή ο δήμος τούς εξασφάλισε την είσοδο στο θεατράκι των θαυμάτων, που από ψηλά φωτισμένο μοιάζει με ρωμαϊκή αρένα.

«Κι έπειτα, κυρία μου, έχω το ΚΚΕ(μ-λ), το Μ-Λ ΚΚΕ -θα σας γελάσω- να μου διαμαρτύρεται ότι βάλαμε εθελοντές να φυλάνε τον ΣΚΑΪ. Την πόλη θέλαμε να διαφυλάξουμε, κυρία μου, την πόλη μας», μου λέει ο αντιδήμαρχος Μάνος Ελευθερίου. «Η οποία πόλη μας μόνο κέρδος θα έχει από αυτή την ιστορία, αφού νοικιάσαμε το άλσος για 2.500 ευρώ την ημέρα επί 5 μέρες».

Η πόλη δεν έχει ομοφώνως την ίδια άποψη, αφού λίγα μέτρα πιο πάνω κάποιοι πολίτες διαμαρτύρονται εντόνως στη δυστυχή εθελόντρια με το κίτρινο γιλέκο: «Εμείς θέλουμε να κάνουμε τη βόλτα μας στο άλσος. Ποιος σας είπε ότι θέλαμε αυτά τα καραγκιοζιλίκια εδώ; Από πού κι ώς πού ένας δημόσιος χώρος παραχωρείται σ’ ένα κανάλι; Και γι’ αυτόν τον σκοπό; Αίσχος!».

Ανθρωποι κρεμασμένοι σε δέντρα προσπαθούν να ξεκλέψουν μια σταλίτσα εικόνας προς τη σκηνή κι άλλοι επιχειρούν να πηδήξουν τα κάγκελα.

Εν τω μεταξύ, κάποιοι τρέχουν βολίδα μες στον περιφραγμένο χώρο. Βαριεστημένοι αστυνομικοί τούς κοιτάζουν αδιάφορα: «Είναι αυτοί που τα κατάφεραν να τρουπώσουν, σιγά μην τους κυνηγήσουμε κιόλας», μου λένε.

Τουλάχιστον 1.800 άνθρωποι στριμώχνονται στις κερκίδες και, ω της έκπληξης, δεν είναι αυτό που νομίζεις: δεν είναι μόνο πιτσιρίκια κι εφηβάκια, δεν είναι μόνο δεσποσύνες πάνω στις χρυσές τους πλατφόρμες.

Ο λαός του Survivor είναι... αι γενεαί πάσαι, ακόμα κι ο κολλητός σου ή, στα κρυφά και με κάποια ενοχή, ο δικός μου κολλητός - άνθρωποι δηλαδή καθ’ όλα σοβαροί και σκεπτόμενοι, που κόβουν όμως φλέβες για τον «βενζινά από τη Σκιάθο» και τον «γαλαζομάτη Κύπριο».

Ολοι ακολουθούν πειθήνια τις κοπελίτσες με τα καυτά σορτς που τους οδηγούν στις θέσεις τους, φωτογραφίζουν ασταμάτητα με τα κινητά τους, ποστάρουν και τουιτάρουν με ρυθμό πολυβόλου κι ακολουθούν πιστά τις οδηγίες του φλορ μάνατζερ.

Ο... *φλορ μάνατζερ

«Παιδιά, το Survivor είναι το δικό σας παιχνίδι», τους λέει ο φλορ μάνατζερ. «Πάμε να φωνάξουμε όλοι μαζί! Φωνάζουμε σαν να πονάμε, Survivor σημαίνει πόνος!».

Το πλήθος βρυχάται στην πρόβα τζενεράλε, όπως θα κάνει κάθε τρεις και λίγο επί ώρες μετά υπό τις οδηγίες του ειδικού ανιματέρ που με καρτέλες δίνει το έναυσμα: φωνάζουμε, χειροκροτάμε,ναιιιιιιιιιι.

Η κραυγή είναι ουρανομήκης κι αντηχεί τουλάχιστον παράξενα σήμερα 5 του Ιούλη.

Δύο χρόνια πριν τέτοιες μέρες βρισκόμουν στους δρόμους της Αθήνας καλύπτοντας κάθε μέρα τις διαδηλώσεις εκείνων που ψήφιζαν «όχι» κι εκείνων που ψήφιζαν «ναι» στο δημοψήφισμα.

Σήμερα η λέξη είναι μόνο μία: ναιιιιιι. Αλλοι θα το έλεγαν επιστροφή στην κανονικότητα. Αλλοι οπισθοδρόμηση.

Το κοινό στην αρένα πάντως δεν το απασχολεί καθόλου: είναι πολύ απασχολημένο αφού εκτός από ναιιι, χειροκροτάμε όλοι με ρυθμό πολυβόλου.

«Είμαστε στην Ελλάδα», λέει ο παρουσιαστής - χειροκρότημα. «Είναι ο τελικός» - χειροκρότημα. «Ψηφίζουμε τον Γιώργο στη γραμμή...» - χειροκρότημα. «Ψηφίζουμε τον Μάριο...» - χειροκρότημα.

Είναι τόσο το χειροκρότημα, που πονάνε τα χέρια μου, παρ’ όλα αυτά συνεχίζω αγόγγυστα αφού και οι παίκτες εκτός από το να χειροκροτούν αλλήλους, αυτοχειροκροτούνται σε κάθε τους φράση.

«Ηταν φανταστική εμπειρία» - αυτοχειροκρότημα. «Είμαι περήφανος που τα κατάφερα» - αυτοχειροκρότημα. Είναι τόσος ο ενθουσιασμός που με πιάνει πονοκέφαλος...

Μπορεί πάλι να είναι κι απλώς μια ζάλη όταν ακούω πόση είναι η αμοιβή του παρουσιαστή και των παικτών, που συχνά-πυκνά αναφέρονται στις δυσκολίες που συνάντησαν στα αγωνίσματα και πόσο πάλεψαν με την πείνα.

Παράξενη εποχή: άλλοι γίνονται λαϊκοί ήρωες γιατί... λιμοκτονούν οικειοθελώς και με το αζημίωτο (οι φήμες λένε για 800 ευρώ εβδομαδιαίως για κάθε «μαχητή» και μίνιμουμ 2.000 εβδομαδιαίως για κάθε «διάσημο»), την ώρα που 700.000 συμπολίτες μας καταφεύγουν στο κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης.

Αλήθεια, πόσους ταλαιπωρημένους ανθρώπους θα μπορούσαν να θρέψουν τα αμύθητα ποσά που εισέπραξε ο ΣΚΑΪ για το ριαλιτοπαίχνιδο μέσα από το οποίο καλεί τους πολίτες να... καταθέσουν τον οβολό τους για την καμπάνια αλληλεγγύης που διαφημίζουν ο Σάκης Τανιμανίδης κι ο Σάκης Ρουβάς;

Ο ανιματέρ μάς καλεί όλους ξανά στο καθήκον: «Πάμε για πλάνο από το ελικόπτερο, παιδιά, τώρα, χέρια ψηλά όλοι, ενθουσιασμός, ναι, ναι, ναι, ναι».

Εν μέσω πανικού, έρχεται στο μυαλό μου ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Πριν από λίγες μέρες, όταν η κυβέρνηση ψήφιζε άλλη μία πλημμυρίδα μέτρων, ο Τσακαλώτος είχε πει στη Βουλή: «9 στους 10 στην Ελλάδα βλέπουν Survivor τώρα. Μόνοι μας είμαστε κι επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπάρχουν εντάσεις...».

Τι λέει άραγε ο κόσμος του Survivor γι’ αυτό; «Τσακα... τι;»«ποιος είναι αυτός ο Τσακαλώτος;»«σε ποιο παιχνίδι παίζει;» - είναι μερικές μόνο από τις απαντήσεις που σταχυολόγησα.

Μοιάζει σαν το «όχι» να αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του «ναιιιιι».

Τα στέκια του Survivor

Μια απλή αναζήτηση στο facebook αποκάλυψε δεκάδες καλέσματα για συγκεντρώσεις σε καφέ, κυρίως στην επαρχία, για την παρακολούθηση του τελικού.

Στη Σκιάθο και την Κύπρο απ’ όπου προέρχονται οι φιναλίστ, οι διοργανώσεις ήταν φυσικά περισσότερες, ενώ, μετά τη νίκη του Ντάνου, στο νησί του Παπαδιαμάντη ακολούθησε πανδαιμόνιο, αφού χτύπησαν ακόμα και οι καμπάνες.

Πιο κερδισμένα ήταν μάλλον τα ντελίβερι: «Είχαμε πιο πολλά ποτά και μεζέδες στο μαγαζί και ο κόσμος είχε κάνει κερκίδα. Κάναμε προβολή με προτζέκτορα. Και στον ημιτελικό και στον τελικό δώσαμε πολλά πακέτα για έξω», μας είπε ο Περικλής Ζόλκου, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων ταβέρνας στην Καισαριανή που την Τρίτη και την Τετάρτη οργάνωσε βραδιά Survivor.

Το καφέ «Avanti» στην Καισαριανή, τη δεύτερη γειτονιά του νικητή του ριάλιτι, Γιώργου Αγγελόπουλου, έχει διοργανώσει βραδιά για τον τελικό.

Ο ιδιοκτήτης, Ακης Πάσσαρης, τον ξέρει από παλιά και μας εξηγεί τη «μανία» που δημιουργήθηκε προς το πρόσωπό του: «Μπήκε τυχαία στο παιχνίδι και έγινε πιο διάσημος από τους διάσημους. Είναι ένα φτωχό παιδί, ανώνυμο, έχει αλλάξει πολλές δουλειές. Δεν πιστεύω ότι θα τον αλλάξει αυτή η δημοσιότητα ή τα λεφτά, έτσι θα μείνει. Ο κόσμος τον αγάπησε σαν τον Παντελίδη».
---
Φωτογραφίες: Μάριος Βαλασόπουλος
---
---
*

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Αρκάς - από καλλιτέχνης, ινστρούχτορας

*
stavrosx1
***
*

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΡΚΑ


Γράφει η Έλενα Ακρίτα

Στη βιβλιοθήκη του γραφείου μου έχω όλα τα βιβλία του Αρκά. Τώρα που γράφω με αγριοκοιτά ένας «Ισοβίτης», δυο σπουργίτια κάνουν «Χαμηλές Πτήσεις» πάνω απ' το κεφάλι μου, ο total black Χάρος ψιλοκόβει μαϊντανό με το δρεπάνι του, η Λουκρητία δολοπλοκεί, ενώ ο Προφήτης θαμπώνει μπρος στα μάτια μου. Ισως γιατί δεν είναι πια ο νηφάλιος Προφήτης που αγαπήσαμε, αλλά ένας εμπαθής μικροκομματάρχης των καιρών.


Μανιακή με τον Αρκά. Με τις ξυραφιές του σκίτσου και του λόγου του. Με τον συμπυκνωμένο υπερρεαλισμό της εικόνας του. Με τους ήρωές του, που λες κι αυτονομούνταν από τον δημιουργό του - όπως, άλλωστε, όλοι οι ήρωες που σέβονται τον εαυτό τους: όταν είναι σοφά δομημένοι, παίρνουν σάρκα, παίρνουν οστά και κάνουν του κεφαλιού τους, ερήμην του κηδεμόνα τους.
Πάντα περιέβαλλε ένα μυστήριο τον Αρκά. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι. Κανείς δεν τον έχει δει, δεν του έχει μιλήσει. Κυκλοφορεί - αν κυκλοφορεί - δίπλα μας άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Με αυτή την έννοια, ο Αρκάς μου θύμιζε πάντα τον άγνωστο... διάσημο street artist, τον Bansky, που ούτε το μικρό του όνομα δεν ξέρουμε ούτε ποιος είναι (αν και πριν λίγες μέρες λέγεται πως διέρρευσε η ταυτότητά του).

Κάποιες ατάκες του Αρκά έχουν ενσωματωθεί στη λαλιά μας. Τις χρησιμοποιούμε ξεχνώντας ή αδιαφορώντας ποιος ο γεννήτοράς τους. Αυτή η διείσδυση στον καθημερινό λόγο ενός λαού είναι και η επιτομή της επιτυχίας του:

- Προσπαθώ να βγω από το ψυχολογικό αδιέξοδο, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ από πού μπήκα.
- Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να κερδίσει τη φυσική ηλιθιότητα.
- Δημοκρατία είναι 4 λύκοι κι 1 πρόβατο να ψηφίζουν για φαγητό.
- Εχω διαβάσει τόσα πολλά γύρω απ' το Κάπνισμα που αποφάσισα να κόψω το διάβασμα.

Και το κορυφαίο:
- Ας αφήσουμε τους εγωισμούς κι ας κοιτάξουμε και λίγο τον εαυτό μας.

Ολοι εμείς λοιπόν που σας θαυμάζουμε, απογοητευτήκαμε φίλτατε Αρκά. Απογοητευτήκαμε σαν να ήσασταν φίλος και μας γυρίσατε την πλάτη. Δικός μας άνθρωπος και τώρα κάνετε πως δεν μας ξέρετε. Διασχίσατε με επώδυνη για μας ευκολία την απόσταση που εσείς ο ίδιος είχατε ορίσει. Από δημιουργός γίνατε οπαδός. Από καλλιτέχνης, ινστρούχτορας.

Και τότε ακριβώς άρχισε να φουντώνει ο αστικός μύθος πως ο Αρκάς δεν είναι ένα πρόσωπο αλλά πολλά διαφορετικά. Ισως γιατί οι αναγνώστες του προσπαθούσαν να διασώσουν εντός τους τον δικό τους Αρκά. Οχι τον σημερινό. Οχι αυτόν που αντικατέστησε τη λεπίδα του χιούμορ με την στυφάδα της ντιρεκτίβας.

Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε. Η απογοήτευση ΔΕΝ εκπορεύεται από την πολιτική θέση που επέλεξε. Αλλωστε, το ίδιο ακριβώς συνέβη με τον Λάκη Λαζόπουλο. Εναν δημιουργό ο οποίος επίσης χρησιμοποίησε τη μέθοδο της χειραγώγησης μέσα από την τέχνη του. Ο Λάκης στρατεύτηκε με τη μια μεριά, ο Αρκάς με την αντίθετη: δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Κάποιοι απαξιώνουν το ταλέντο τους επειδή διαφωνούν πολιτικά μαζί τους: «Ελα μωρέ, υπερτιμημένος ο Αρκάς, σιγά τώρα, τι να μας πει ο Λάκης;».

Αφελείς - ή μήπως σκόπιμες; - αυτές οι υπεραπλουστεύσεις. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο, εξού και μας πικραίνουν. Αν ήταν ατάλαντοι δεν θα μας απασχολούσαν καν.

Αγαπητέ Αρκά κλείνοντας.
Δεν γνωρίζω αν είστε ένας ή πολλοί. Γνωρίζω όμως πως είστε σίγουρα δύο. Ο παλιός και ο καινούργιος. Αυτός που αγαπήσαμε. Κι ο άλλος. Που μας γύρισε την πλάτη.
Τα σέβη μου.

---

ΤΑ ΝΕΑ έντυπη έκδοση
---
*

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Νίκος Καραντηνός - 9 χρόνια - 25 Ιουνίου 2008

*
Stavrosx1
***
*

Νίκος Καραντηνός: Ο δάσκαλός μας



Πέρασαν 9 χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος μας, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Νίκος Καραντηνός. Ήταν 25 Ιουνίου 2008.

Ο Νίκος Καραντηνός ήταν πραγματικός δάσκαλος για εμάς, στη δημοσιογραφία αλλά και σε αυτό που λέμε στάση ζωής.

Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα κείμενό του για έναν άλλο δάσκαλο, τον Κώστα Βιδάλη, όπου αναφέρεται στη δημοσιογραφία. Το άρθρο του Νίκου Καραντηνού δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 13 Αυγούστου του 2000.

Ακολουθεί ένα κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου, στον «Ριζοσπάστη», που δημοσιεύθηκε ανήμερα της κηδείας του Νίκου Καραντηνού (28/6/2008) και περιέχει και βιογραφικά του στοιχεία.

***

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΒΙΔΑΛΗ
(για τη δημοσιογραφία)

ΤΙΜΑΤΕ και θυμόμαστε πάντα τον αξέχαστο σύντροφο, το δάσκαλό μας, τον Κώστα Βιδάλη σαν κληρονομιά ακριβή και σαν θυσία. Σαν μήνυμα αγώνα. Και σαν εντολή. Ο μάρτυρας δημοσιογράφος δε χωρά σε προθήκες και δεν είναι μνήμη μουσειακή.

ΠΕΝΗΝΤΑ τέσσερα χρόνια είναι, που ο άτρομος δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος, αψηφώντας τον κίνδυνο, αγνοώντας όλες τις συστάσεις να μην επιχειρήσει το ρεπορτάζ στη μαρτυρική Θεσσαλία, που κολυμπούσε στο αίμα, έφυγε, για να δει, για να γράψει το στερνό ρεπορτάζ, που θα το ‘γραφε με το αίμα του.

ΗΤΑΝ ο φοβερός Αύγουστος του 1946. Καλοκαίρι καταματωμένο, που έφτανε και στις σελίδες μας. Ο Κ. Βιδάλης, πολιτικός συντάκτης του «Ρ» και της «Ελεύθερης Ελλάδας», έβλεπε πως το κακό φούντωνε κι απαιτούσε μια επιτόπια έρευνα για την τραγωδία που ζούσε τότε όλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Θεσσαλία. Παρακολουθούσε, μέρα με τη μέρα, τα γεγονότα κι έβλεπε πως έπρεπε ο ίδιος να επιχειρήσει αυτό, που ακούραστα δίδασκε στους νέους δημοσιογράφους: «Πρέπει να μάθωμεν».

ΑΣΥΓΚΡΑΤΗΤΟΣ προς όλους, που, βλέποντας το θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε, θέλησαν να τον αποτρέψουν, κι από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της συντρόφου της ζωής του, της Κάτιας Βιδάλη, που στα 40χρονα της θυσίας του, έλεγε πάνω ακριβώς σ’ αυτό το θέμα.

«…Κανείς δεν τον έστειλε στη Θεσσαλία, στο στόμα του λύκου. Πήγε μόνος του. Θεληματικά. Και ο Καραγιώργης (διευθυντής τότε του «Ρ») και οι συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, να μην τον αφήσουν να φύγει. Δεν άκουγε, όμως. Μέρες είχε μείνει άγρυπνος με φουρτουνιασμένη καρδιά, με την αγωνία πως οι Σούρληδες καίγαν τα χωριά, άρπαζαν το βιος του κοσμάκη, έδερναν μέχρι θανάτου τους αγρότες, βίαζαν γυναίκες, σκότωναν αγωνιστές…».

ΚΙ Η ΔΙΚΗ του στερνή απόφαση… «Δεν πρόκειται ν’ ακούσω πια κανέναν. Η Θεσσαλία έχει γίνει ένα απέραντο σφαγείο. Οσοι γλίτωσαν από των Γερμανών το βόλι, σφάζονται σαν αρνιά». Και βεβαίωνε στέρεα την απόφασή του: «…Είμαι δημοσιογράφος, πρέπει να κάμω τη δουλειά μου, να καταγγείλω όλο αυτό το όργιο της τρομοκρατίας… Ν’ αποκαλύψω τους δράστες…».

ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ πως το δημοσιογραφικό χρέος έσπρωχνε αβάσταγα τον Κ. Βιδάλη να πάει στη Θεσσαλία. Και να αγνοήσει όλες τις συστάσεις και τις προσπάθειες που έγιναν για να τον αποτρέψουν.

ΚΙ ΕΦΥΓΕ σαν σίφουνας, όπως θα το δώσει η γυναίκα του. Ενα απόγιομα κυριακάτικο (Αύγουστος 1946) έφευγε για τη Λάρισα, αφού λίγο πιο πριν είχε πάει σ’ ένα γάμο δυο αγαπημένων φίλων του. «… Χαιρέτησέ τους κι από μένα», είπε στην Κάτια. Που προσθέτει: «Πήγε στο σπίτι του, πήρε το βαλιτσάκι του. Κι έφυγε σαν σίφουνας για τη Θεσσαλία».

Ο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», στις 18 Αυγούστου 1946, δημοσίευε τις πρώτες ειδήσεις για το μαρτύριο, τα βασανιστήρια, για τη μεγάλη δοκιμασία που υπέστη ο μάρτυρας της ελληνικής δημοσιογραφίας Κώστας Βιδάλης. Είδηση συγκλονιστική, που έπεσε σαν αστροπελέκι.

ΕΧΟΥΝ όλη τους την επικαιρότητα, αλλά, πέρα απ’ όλα, το βαθύ νόημα και μήνυμα στο σήμερα τα λόγια που ακούστηκαν στο πολιτικό μνημόσυνο του αγωνιστή δημοσιογράφου. Ολοι τον θρήνησαν. Κι όλοι είπαν το γενναίο λόγο για τον ενάρετο συνάδελφό τους, που όλους τους αγαπούσε, αλλά κι όλοι τον αγαπούσαν. Εξαίρεση, ένα – δυο δοσιλογικά καθάρματα της δημοσιογραφίας.

ΕΙΝΑΙ έτσι και σήμερα, στα 54 χρόνια από τη στερνή μέρα, που αποχαιρετούσε τη ζωή και τον αγώνα πάνω στη θεσσαλική γη (στην τοποθεσία Κούμια, κοντά στο χωριό Μελία) με τη ζητωκραυγή «Το ΕΑΜ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ», ολοζώντανα τα όσα είπε για το δημοσιογράφο και μαχητή ένας κορυφαίος τότε δημοσιογράφος, ο Μιχ. Ροδάς, που ήτο και πρόεδρος της επιτροπής που οργάνωσε το πολιτικό μνημόσυνο του Κ. Βιδάλη, που έγινε μπροστά σε μια κοσμοπλημμύρα στο θέατρο «Κεντρικό», στις 8 Σεπτέμβρη 1946.

«ΕΙΜΑΙ, είχε πει στην ομιλία του ο Μιχ. Ροδάς, από τα ιδρυτικά μέλη της σημερινής Ενώσεως Συντακτών – από το 1914 – εγνώρισα όλους τους συναδέλφους και μπορώ να διακηρύξω ότι ο Κώστας Βιδάλης ήταν από τους πιο σεμνότερους, με το χαμόγελο που άνθιζε σαν λουλούδι πάντα στα χείλη του…».

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, θα προσθέσει, τέλος, ο Μιχ. Ροδάς, ήταν ένα μεγάλο πρόσχαρο παιδί μπροστά όχι μονάχα στους ομοϊδεάτες του, αλλά και σ’ αυτούς που είχαν αντίθετες μ’ αυτόν ιδέες και αισθήματα. Μια ψυχή καθάρια ελληνική με τον πόθο και την ορμή για την πρόοδο και τον πολιτισμό της χώρας…».

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ μένει πάντα – δίχως κώδικες και τεφτέρια – μια αγωνιστική παρουσία. Κρυστάλλινο, αγωνιστικό κάλεσμα πράξης για τους συναδέλφους και ιδιαίτερα τους νέους. Και τα κοφτά δωρικά λόγια, που τους έλεγε: «ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΤΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ». Λόγια σταράτα χωρίς περικοκλάδες, που με αμπελοφιλοσοφία μπόλικη σερβίρονται. Η πένα μας να γράφει απλά και τίμια για το λαό. Λόγια που αχτινοβολούνε και σήμερα πάνω στο γρανιτένιο βράχο στον τόπο της θυσίας του.

***

«Ο Νίκος Καραντηνός ανήκε σε μια γενιά και σε ένα είδος ανθρώπων που η σεμνότητά τους και το ήθος τους σμιλεύτηκαν με πολύ αίμα και αγώνα. Σε έναν αγώνα μέχρις εσχάτων. Ο Καραντηνός, πριν πιάσει τη δημοσιογραφική γραφίδα, σπούδασε την αλήθεια και το χρέος στην πάλη για την επιβίωση στον κάμπο και στη λαχαναγορά, εκεί που ως εργάτης, όπως έλεγε ο ίδιος, διδάχτηκε όσα δεν του δίδαξε το σχολειό και το πανεπιστήμιο.

Ο Καραντηνός εξέφρασε κάθε στιγμή του το διαρκές αίτημα της ηθικής αρτιότητας και της αξιοπρέπειας. Μείνε αξιοπρεπής ως το τέλος ήταν το μήνυμα και το παράδειγμά του. Οπως ο δάσκαλός του στο Γυμνάσιο – μια εικόνα που συνήθιζε να διηγείται – που πριν του περάσουν τη θηλιά της κρεμάλας οι ναζί, ίσιαξε τη γραβάτα του: το τελευταίο μάθημα για την απόλυτη περιφρόνηση στον κατακτητή, για την υπέρτατη αξιοπρέπεια του ανθρώπου, έλεγε ο Νίκος.

Ο Καραντηνός ήταν μαθητής της Ηλέκτρας Αποστόλου, που τον δίδαξε να γράφει απλά και κατανοητά, να μεταδίδει άμεσα και χωρίς ρητορείες την ουσία. Την είδηση. Και η είδηση, η ουσία σε εκείνες τις – όχι και τόσο μακρινές – εποχές ήταν μία: κάλεσμα αγώνα.

Ο Καραντηνός ήταν ο «Διονύσης» της Εθνικής Αντίστασης που μεγαλούργησε στον παράνομο Τύπο της κατοχής, ο Ληξουριώτης πτυχιούχος του Τμήματος Αρχαιολογίας – Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο επιστήμονας που ως ταξινόμος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους αναδείχτηκε σε σπουδαίο μελετητή των αρχείων του 1821 και συγγραφέας μιας σειράς σημαντικών άρθρων με αδημοσίευτο έως τότε υλικό σε περιοδικά όπως τα «Νεοελληνικά Γράμματα».

Ο Καραντηνός ήταν μέλος της ΟΚΝΕ ήδη από το 1941. Στην κατοχή εκλέγεται στο Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ, ενεργοποιείται στον παράνομο Τύπο και στήνει παράνομα τυπογραφεία. Η πορεία του ταυτίζεται οριστικά με το χώρο της αγωνιστικής δημοσιογραφίας που υπηρετεί ως υψηλό λειτούργημα. Στα μετάλλια τιμής του λαμποκοπούν οι διωγμοί του μετά τη Βάρκιζα, η παραπομπή του σε στρατοδικεία και η εξορία του στην Ικαρία και το Μακρονήσι.

Ο Καραντηνός κόσμησε τη δημοσιογραφία επί δεκαετίες ως μάχιμος δημοσιογράφος σε πολλές ημερήσιες εφημερίδες και από το 1974 σταθερά στον «Ριζοσπάστη». Οι συνάδελφοί του – σε μια εποχή που το να είσαι κομμουνιστής δημοσιογράφος δεν ήταν το ευκολότερο πράγμα – τίμησαν τον Νίκο Καραντηνό για την προσφορά του στο επάγγελμα, εκλέγοντάς τον για χρόνια ταμία και αντιπρόεδρο της ΕΣΗΕΑ μέχρι το 2000. Υπήρξε πρόεδρος του Συνδέσμου Αντιστασιακών Δημοσιογράφων και πάντα, όπως τόνισε και ο ίδιος, στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τα συμφέροντα του κλάδου και όλων των εργαζομένων.

Ο Καραντηνός ήταν ένα με το κίνημα, με τους αγώνες και τις θυσίες για τη λευτεριά, την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία της πατρίδας μας. Υπηρέτησε αταλάντευτα την κομμουνιστική ιδεολογία και την έκανε πράξη δείχνοντας πώς ασκείται η δημοσιογραφία όταν εκείνοι που την ασκούν εμφορούνται από το ιδανικό της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».


---
---
*

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Οι Ρομά, η φτώχεια κι εγώ

*
stavrosx1
***
*

Όταν όλοι ξέραμε για το Μενίδι
κι όλοι κάναμε την κορόιδα



Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης

Ξέρω πως είναι να μεγαλώνεις δίπλα στους Ρομά, ξέρω πως είναι να ζεις δίπλα στους Ρομά, ξέρω πως είναι να συμβιώνεις με τους Ρομά. Τον δικό μας τον συνοικισμό, τα Προσφυγικά Τρικάλων, ένας δρόμος τον χώριζε από τα Γυφτικα. Και τα Γύφτικα ένας δρόμος τα χώριζε από τις Εργατικές Κατοικίες. Μίγμα ολίγον ζόρικο και κατά τι ασταθές. Για να μην πω εκρηκτικό…

Και δεν κουνιότανε φύλλο! Όσα χρόνια μεγαλώναμε πλάι πλάι με τους Ρομά, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να έγινε σοβαρός καυγάς ή να χυθήκανε αίματα. Μεταξύ τους μαλλιοτραβιότανε βεβαίως, τα έχουνε όλες οι φυλές αυτά, αλλά με τον έξω κόσμο ηρεμία, ειρήνη και καλή γειτονία. Και τι στο διάολο είχαμε να χωρίσουμε δηλαδή; Την τσόχα ή τα ραφτικά; Φτώχεια κι εδώ, φτώχεια κι εκεί, φτώχεια και παραδίπλα, άστα να πάνε στο διάολο.

Ρώτησα και τη μάνα μου, γιατί εγώ ήμουνα πιτσιρίκι και φοβήθηκα ότι μπορεί να μην τα θυμόμουνα σωστά. «Μπα, τίποτα δε γινότανε βρε Χρήστο», μου είπε, για να συμπληρώσει: «Μια φορά μόνο όταν έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο ο αδερφός σου και είχανε βάλει στη διαπασών το ραδιόφωνο και δεν μπορούσε το παιδί να διαβάσει, πήγα και τους βρήκα και τους ζήτησα να το χαμηλώσουν. Με σεβάστηκαν, το χαμήλωσαν και παράπονο δεν έχω. Κι άλλη μια φορά είχες έρθει σπίτι κι είπες μια βρισιά που είχες ακούσει από απέναντι. Έκανα ότι δεν την πρόσεξα και την άλλη μέρα την είχες ξεχάσει.»

Αυτά στον καιρό της φτώχειας. Κι ύστερα ήρθε το ντουλά και γαμήθηκαν όλα. Ήρθε η «ισχυρή Ελλάδα» (δεν σας ξεχνάω κύριε Κώστα μου!) που μπούκωσε τους υπηκόους της με λεφτά και φυσικά δεν θα μπορούσε ν’ αφήσει τους Ρομά στην απέξω. Τους παραχώρησε λοιπόν ένα καλό μερίδιο στη διακίνηση ναρκωτικών και ξεμπέρδεψε. Όχι σε όλους βεβαίως και όχι στη χονδρική. Λιανεμπόριο, ίσα ίσα για να βγαίνει η χρονιά με άνεση και ν’ αγοράζουμε και καμιά «μπέμπα». Μη μου θέλετε και ανάκτορα στο Κένσινγκτον τώρα…

Μαζί με τα ναρκωτικά, φυσικά, ήρθανε και τα όπλα. Η κουλτούρα των όπλων για να είμαι ακριβής, που μας έφτασε εδώ που μας έφτασε. Σε τραγικά ατυχήματα, με θύματα αθώες ψυχές. Κάτι πάντως που δεν το βλέπουμε μόνο στην ηπειρωτική χώρα. Και σ’ ένα νησί μεγάλο που βγάζει λεβέντες κυκλοφορεί κόσμος και κοσμάκης με το Γκλοκ ανά χείρας. Και το «παίζει» κάθε τρεις και λίγο, σε γάμους, βαφτίσια και κηδείες. Αλλά οι κάτοικοι της νήσου είναι απλώς μελαχρινοί, δεν είναι σοκολατένιοι.

Εν κατακλείδι; Εν κατακλείδι κανείς δεν ήξερε κι όλοι το γνωρίζαμε. Ως και τα lifestyle περιοδικά στέλνανε ανθρώπους στο Μενίδι να ψωνίσουν «γραμμές» για τα αστέρια των εξωφύλλων τους. Το ξέραμε, το αφήσαμε, γιγαντώθηκε, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε το λογαριασμό. Αν θέλουμε πραγματικά να σώσουμε καταστάσεις, λύσεις υπάρχουν. Οι λύσεις όμως, όπως είπε κι ένας φίλος μηχανικός, δεν είναι ποτέ δωρεάν. Οι λύσεις κοστίζουν. Και σε χρόνο και σε ιδρώτα και σε μπερντέ. Είμαστε διατεθειμένοι να τ’ αφιερώσουμε στους συνανθρώπους μας ή θα κλείσουμε τα μάτια και θα συνεχίσουμε να τους χρησιμοποιούμαι για χωματερή;


Υ.Γ.: Και όχι, η φωτιά με το τσεκούρι δεν είναι λύση. Ποτέ δεν ήταν!
---
---
*