Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Ενώ έβγαιναν τα τανκς...

*
Ανασυγκρότηση
***
*

Μνήμες από τη νύχτα
της 20ής Απριλίου 1967



Γράφει ο Δημήτρης Γκιώνης

Το βράδυ εκείνο της Πέμπτης, 20 Απριλίου 1967, στα γραφεία της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή» επικρατούσε κατάσταση ευφορίας.

Η κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τελευταία των «δοτών» παλατιανών επιλογών, είχε ήδη -επιτέλους- προκηρύξει εκλογές για τις 28 Μαΐου και τα κόμματα (η ΕΡΕ, με επικεφαλής τον ίδιο, η Ενωση Κέντρου με τον Γεώργιο Παπανδρέου και η ΕΔΑ -της ενωμένης τότε Αριστεράς- με τον Ηλία Ηλιού) βρίσκονταν σε οργασμό.

Ολα έδειχναν ότι η Ενωση Κέντρου (που ετοίμαζε μεγάλη προεκλογική συγκέντρωση την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη) θα ήταν και πάλι κυβέρνηση, ενώ και η Αριστερά έδειχνε ότι θα είχε σημαντικό μερίδιο από την εκλογική πίτα.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, έχοντας την ευθύνη του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ, είχα παραδώσει την ύλη της επομένης και μια μικρή παρέα ετοιμαζόμασταν για τη συνηθισμένη άνοδο στην Πλάκα, που εκείνο το βράδυ δεν θα ήταν μπουάτ αλλά μια ταβέρνα – η ταβέρνα του Τσεκούρα.

Σχέδια…

Ημασταν, πλην της αφεντιάς μου: ο Μάνος Λοΐζος, που πριν από λίγες ημέρες είχε εκπλήξει με τη νέα σειρά τραγουδιών του, «Τα Νέγρικα», σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη, ο Διονύσης Σαββόπουλος, που ήδη είχε κυκλοφορήσει τον πρώτο του μεγάλο δίσκο, «Το Φορτηγό», ο Μανώλης Ρασούλης, που βρισκόταν σε περίοδο αναζήτησης, ο Φώντας Λάδης, ο οποίος είχε ξεπεταχτεί και ως τραγουδοποιός με τα «Γράμματα από τη Γερμανία», που είχε μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης, και η Φανή Πετραλιά, που εργαζόταν στη «Γυναίκα» και από Δευτέρα θα ήταν και στη «Δημοκρατική Αλλαγή».

Λοΐζος και Σαββόπουλος είχαν δώσει το προηγούμενο βράδυ (19 Απριλίου) στο θέατρο «Κεντρικόν» κοινή συναυλία και η κουβέντα αρχικά ήταν για την επιτυχία αυτής της συναυλίας και τα κατοπινά τους σχέδια.

Ο Σαββόπουλος είχε αποχωρήσει από την μπουάτ «Παράγκα» της Πλάκας, όπου εμφανιζόταν όλο τον χειμώνα, «για λόγους ανωτέρας βίας», όπως έλεγε.

«Και ο χαφιές που μας ακολουθεί» ήταν ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού του «Παράγκα», από τις πιο δημοφιλείς συνθέσεις του των ημερών, αφού οι χαφιέδες και οι παρακρατικοί, με τις απειλές και τις προκλήσεις τους, δεν έλειψαν από εκείνο το γεμάτο νεολαίους μαγαζί.

Ο Σαββόπουλος ετοιμαζόταν για μια συναυλία την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη, ο Λοΐζος σχεδίαζε τις κατοπινές του εμφανίσεις κι εμείς οι δημοσιογράφοι συζητούσαμε την εξόρμηση που ετοίμαζε την ερχόμενη Δευτέρα η εφημερίδα μας, οπότε θα ’βγαινε πανηγυρική, με το εκλογικό πρόγραμμα της ΕΔΑ, με περισσότερες σελίδες και περισσότερα (αυτό που κυρίως ενδιέφερε εμάς) καλλιτεχνικά.

Ποια τανκς;

Οι ελπίδες όλων είχαν εναποτεθεί στο ακαταπόνητο φρόνημα του κόσμου, που διαδήλωνε καθημερινά, και στις επικείμενες εκλογές, ενώ η κατάσταση στον καλλιτεχνικό-πνευματικό χώρο ήταν αφόρητη.

Γιατί δεν ήταν μόνο η κυβερνητική αδιαφορία (τότε άλλωστε δεν υπήρχε υπουργείο Πολιτισμού), αλλά και οι κάθε είδους απαγορεύσεις και λογοκρισίες. Ιδιαίτερα στο τραγούδι.

Και δεν ήταν μόνο η από ραδιοφώνου απαγόρευση, αλλά και η λογοκρισία στην κυκλοφορία των δίσκων.

Και δεν ήταν μόνο το «κόκκινο πανί», ο Μίκης Θεοδωράκης, αλλά και ο Μάνος Χατζιδάκις, με το «Παραμύθι χωρίς όνομα», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, από το ομότιτλο θεατρικό έργο, όπου το πρώτο τραγούδι βγήκε κουτσουρεμένο, επειδή κρίθηκε ότι έθιγε τον θεσμό της βασιλείας.

Ολα ωστόσο τα τραγούδια ακούγονταν αλογόκριτα στις μπουάτ της Πλάκας, που είχαν μεταβληθεί, μαζί με τις συναυλίες, σε εστίες και εκδηλώσεις αντίστασης.

Και η νεολαία να συμμετέχει, να συμπάσχει, να προσφέρει… δουλειά σε αστυνομία και χαφιέδες.

Η παρέα μας εκείνο το βράδυ της 20ής Απριλίου, αφού έμεινε περί τη μιάμιση ώρα στην πλακιώτικη ταβέρνα, μοιράστηκε σε δύο ταξί που μας άφησαν στα σπίτια μας – την ίδια ώρα που τα τανκς σέρνονταν στους αθηναϊκούς δρόμους, χωρίς να πάρουμε χαμπάρι.

Κοιμηθήκαμε με το όνειρο της ειρηνικής συνύπαρξης και τον θρίαμβο του καλού πάνω στο κακό, χωρίς να υποψιαζόμαστε πως όταν ξυπνούσαμε την επομένη (μια βδομάδα πριν από τη Μεγάλη Παρασκευή), η ζωή μας θα ήταν αλλιώτικη

Mε τη δικτατορία, που όλοι κουβέντιαζαν, αλλά δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι κάποιοι θα την αποτολμούσαν…


Στο πλαίσιο

 Ποιους δεν έθιξε – ή μάλλον ποιους ενθουσίασε το χουντικό πραξικόπημα;

Είναι αυτοί που το είδαν σαν τη σωτηρία του τόπου (εξ ου και η έκφραση «εθνοσωτήριος»), και, βέβαια, οι -κατά Σκαρίμπα- βολεψίες όλων των καταστάσεων.

Ενας μάλιστα από τους δεύτερους ήταν από τους πρώτους που χαιρέτισαν δημοσίως την «επανάσταση».

Είναι ο Νίκος Μαστοράκης, ο οποίος, λίγες μόλις ημέρες αργότερα, δήλωνε τον ενθουσιασμό του από την προσωπική, μετά φωτογραφίας του, στήλη «Από τον Μαστ με αγάπη», περιοδικό «Μοντέρνοι ρυθμοί», 10 Μαΐου 1967, εξασφαλίζοντας έτσι λαμπρή -τηλεοπτική κυρίως- καριέρα στα χρόνια του ζόφου. Μερικά αποσπάσματα:

 «Οι μέρες που πέρασαν, χάρισαν σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο την ησυχία και την σταθερότητα που χρειαζόταν. Οσοι είναι νέοι αυτόν τον καιρό, θα ’χουν μεθαύριο να μιλάνε στα παιδιά τους για την 21η Απριλίου […] Εχουμε, και να το ξέρετε, μια εθνική κυβέρνηση, που οδηγεί όλους εμάς τους ταλαιπωρημένους Ελληνες σε κάτι πιο σωστό και σταθερό […]

Ανάμεσα σ’ αυτούς που τρόμαξαν τις πρώτες στιγμές ήταν κι οι νεαροί φίλοι της ξένης μουσικής, που νόμισαν ότι το ραδιόφωνο δεν θα φιλοξενούσε ποτέ ξανά τ’ αγαπημένα τους τραγούδια… Ομως απ’ το βράδυ, κι όλας της 21ης Απριλίου αποκαταστάθηκε η… μουσική ομαλότητα των ερτζιανών […]

 »Η Εθνική κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει τη νεολαία, πριν απ’ όλα… Την ίδια νεολαία την εκμεταλλεύτηκαν πολλοί κομματικά, οδηγώντας τα παιδιά που δεν μπορούσαν να δουν και να κρίνουν, από διαδήλωση σε διαδήλωση… Τώρα είναι καιρός να υπάρξει και μια ηγεσία που να μην εκμεταλλεύεται τη νεολαία, αλλά να της δώσει…»


ΚΑΙ… Η Ανάσταση άργησε εφτά χρόνια.
---
*

Δεν υπάρχουν σχόλια: