Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Νίκος Καραντηνός - 9 χρόνια - 25 Ιουνίου 2008

*
Stavrosx1
***
*

Νίκος Καραντηνός: Ο δάσκαλός μας



Πέρασαν 9 χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος μας, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Νίκος Καραντηνός. Ήταν 25 Ιουνίου 2008.

Ο Νίκος Καραντηνός ήταν πραγματικός δάσκαλος για εμάς, στη δημοσιογραφία αλλά και σε αυτό που λέμε στάση ζωής.

Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα κείμενό του για έναν άλλο δάσκαλο, τον Κώστα Βιδάλη, όπου αναφέρεται στη δημοσιογραφία. Το άρθρο του Νίκου Καραντηνού δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 13 Αυγούστου του 2000.

Ακολουθεί ένα κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου, στον «Ριζοσπάστη», που δημοσιεύθηκε ανήμερα της κηδείας του Νίκου Καραντηνού (28/6/2008) και περιέχει και βιογραφικά του στοιχεία.

***

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΒΙΔΑΛΗ
(για τη δημοσιογραφία)

ΤΙΜΑΤΕ και θυμόμαστε πάντα τον αξέχαστο σύντροφο, το δάσκαλό μας, τον Κώστα Βιδάλη σαν κληρονομιά ακριβή και σαν θυσία. Σαν μήνυμα αγώνα. Και σαν εντολή. Ο μάρτυρας δημοσιογράφος δε χωρά σε προθήκες και δεν είναι μνήμη μουσειακή.

ΠΕΝΗΝΤΑ τέσσερα χρόνια είναι, που ο άτρομος δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος, αψηφώντας τον κίνδυνο, αγνοώντας όλες τις συστάσεις να μην επιχειρήσει το ρεπορτάζ στη μαρτυρική Θεσσαλία, που κολυμπούσε στο αίμα, έφυγε, για να δει, για να γράψει το στερνό ρεπορτάζ, που θα το ‘γραφε με το αίμα του.

ΗΤΑΝ ο φοβερός Αύγουστος του 1946. Καλοκαίρι καταματωμένο, που έφτανε και στις σελίδες μας. Ο Κ. Βιδάλης, πολιτικός συντάκτης του «Ρ» και της «Ελεύθερης Ελλάδας», έβλεπε πως το κακό φούντωνε κι απαιτούσε μια επιτόπια έρευνα για την τραγωδία που ζούσε τότε όλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Θεσσαλία. Παρακολουθούσε, μέρα με τη μέρα, τα γεγονότα κι έβλεπε πως έπρεπε ο ίδιος να επιχειρήσει αυτό, που ακούραστα δίδασκε στους νέους δημοσιογράφους: «Πρέπει να μάθωμεν».

ΑΣΥΓΚΡΑΤΗΤΟΣ προς όλους, που, βλέποντας το θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε, θέλησαν να τον αποτρέψουν, κι από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της συντρόφου της ζωής του, της Κάτιας Βιδάλη, που στα 40χρονα της θυσίας του, έλεγε πάνω ακριβώς σ’ αυτό το θέμα.

«…Κανείς δεν τον έστειλε στη Θεσσαλία, στο στόμα του λύκου. Πήγε μόνος του. Θεληματικά. Και ο Καραγιώργης (διευθυντής τότε του «Ρ») και οι συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, να μην τον αφήσουν να φύγει. Δεν άκουγε, όμως. Μέρες είχε μείνει άγρυπνος με φουρτουνιασμένη καρδιά, με την αγωνία πως οι Σούρληδες καίγαν τα χωριά, άρπαζαν το βιος του κοσμάκη, έδερναν μέχρι θανάτου τους αγρότες, βίαζαν γυναίκες, σκότωναν αγωνιστές…».

ΚΙ Η ΔΙΚΗ του στερνή απόφαση… «Δεν πρόκειται ν’ ακούσω πια κανέναν. Η Θεσσαλία έχει γίνει ένα απέραντο σφαγείο. Οσοι γλίτωσαν από των Γερμανών το βόλι, σφάζονται σαν αρνιά». Και βεβαίωνε στέρεα την απόφασή του: «…Είμαι δημοσιογράφος, πρέπει να κάμω τη δουλειά μου, να καταγγείλω όλο αυτό το όργιο της τρομοκρατίας… Ν’ αποκαλύψω τους δράστες…».

ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ πως το δημοσιογραφικό χρέος έσπρωχνε αβάσταγα τον Κ. Βιδάλη να πάει στη Θεσσαλία. Και να αγνοήσει όλες τις συστάσεις και τις προσπάθειες που έγιναν για να τον αποτρέψουν.

ΚΙ ΕΦΥΓΕ σαν σίφουνας, όπως θα το δώσει η γυναίκα του. Ενα απόγιομα κυριακάτικο (Αύγουστος 1946) έφευγε για τη Λάρισα, αφού λίγο πιο πριν είχε πάει σ’ ένα γάμο δυο αγαπημένων φίλων του. «… Χαιρέτησέ τους κι από μένα», είπε στην Κάτια. Που προσθέτει: «Πήγε στο σπίτι του, πήρε το βαλιτσάκι του. Κι έφυγε σαν σίφουνας για τη Θεσσαλία».

Ο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», στις 18 Αυγούστου 1946, δημοσίευε τις πρώτες ειδήσεις για το μαρτύριο, τα βασανιστήρια, για τη μεγάλη δοκιμασία που υπέστη ο μάρτυρας της ελληνικής δημοσιογραφίας Κώστας Βιδάλης. Είδηση συγκλονιστική, που έπεσε σαν αστροπελέκι.

ΕΧΟΥΝ όλη τους την επικαιρότητα, αλλά, πέρα απ’ όλα, το βαθύ νόημα και μήνυμα στο σήμερα τα λόγια που ακούστηκαν στο πολιτικό μνημόσυνο του αγωνιστή δημοσιογράφου. Ολοι τον θρήνησαν. Κι όλοι είπαν το γενναίο λόγο για τον ενάρετο συνάδελφό τους, που όλους τους αγαπούσε, αλλά κι όλοι τον αγαπούσαν. Εξαίρεση, ένα – δυο δοσιλογικά καθάρματα της δημοσιογραφίας.

ΕΙΝΑΙ έτσι και σήμερα, στα 54 χρόνια από τη στερνή μέρα, που αποχαιρετούσε τη ζωή και τον αγώνα πάνω στη θεσσαλική γη (στην τοποθεσία Κούμια, κοντά στο χωριό Μελία) με τη ζητωκραυγή «Το ΕΑΜ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ», ολοζώντανα τα όσα είπε για το δημοσιογράφο και μαχητή ένας κορυφαίος τότε δημοσιογράφος, ο Μιχ. Ροδάς, που ήτο και πρόεδρος της επιτροπής που οργάνωσε το πολιτικό μνημόσυνο του Κ. Βιδάλη, που έγινε μπροστά σε μια κοσμοπλημμύρα στο θέατρο «Κεντρικό», στις 8 Σεπτέμβρη 1946.

«ΕΙΜΑΙ, είχε πει στην ομιλία του ο Μιχ. Ροδάς, από τα ιδρυτικά μέλη της σημερινής Ενώσεως Συντακτών – από το 1914 – εγνώρισα όλους τους συναδέλφους και μπορώ να διακηρύξω ότι ο Κώστας Βιδάλης ήταν από τους πιο σεμνότερους, με το χαμόγελο που άνθιζε σαν λουλούδι πάντα στα χείλη του…».

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, θα προσθέσει, τέλος, ο Μιχ. Ροδάς, ήταν ένα μεγάλο πρόσχαρο παιδί μπροστά όχι μονάχα στους ομοϊδεάτες του, αλλά και σ’ αυτούς που είχαν αντίθετες μ’ αυτόν ιδέες και αισθήματα. Μια ψυχή καθάρια ελληνική με τον πόθο και την ορμή για την πρόοδο και τον πολιτισμό της χώρας…».

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ μένει πάντα – δίχως κώδικες και τεφτέρια – μια αγωνιστική παρουσία. Κρυστάλλινο, αγωνιστικό κάλεσμα πράξης για τους συναδέλφους και ιδιαίτερα τους νέους. Και τα κοφτά δωρικά λόγια, που τους έλεγε: «ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΤΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ». Λόγια σταράτα χωρίς περικοκλάδες, που με αμπελοφιλοσοφία μπόλικη σερβίρονται. Η πένα μας να γράφει απλά και τίμια για το λαό. Λόγια που αχτινοβολούνε και σήμερα πάνω στο γρανιτένιο βράχο στον τόπο της θυσίας του.

***

«Ο Νίκος Καραντηνός ανήκε σε μια γενιά και σε ένα είδος ανθρώπων που η σεμνότητά τους και το ήθος τους σμιλεύτηκαν με πολύ αίμα και αγώνα. Σε έναν αγώνα μέχρις εσχάτων. Ο Καραντηνός, πριν πιάσει τη δημοσιογραφική γραφίδα, σπούδασε την αλήθεια και το χρέος στην πάλη για την επιβίωση στον κάμπο και στη λαχαναγορά, εκεί που ως εργάτης, όπως έλεγε ο ίδιος, διδάχτηκε όσα δεν του δίδαξε το σχολειό και το πανεπιστήμιο.

Ο Καραντηνός εξέφρασε κάθε στιγμή του το διαρκές αίτημα της ηθικής αρτιότητας και της αξιοπρέπειας. Μείνε αξιοπρεπής ως το τέλος ήταν το μήνυμα και το παράδειγμά του. Οπως ο δάσκαλός του στο Γυμνάσιο – μια εικόνα που συνήθιζε να διηγείται – που πριν του περάσουν τη θηλιά της κρεμάλας οι ναζί, ίσιαξε τη γραβάτα του: το τελευταίο μάθημα για την απόλυτη περιφρόνηση στον κατακτητή, για την υπέρτατη αξιοπρέπεια του ανθρώπου, έλεγε ο Νίκος.

Ο Καραντηνός ήταν μαθητής της Ηλέκτρας Αποστόλου, που τον δίδαξε να γράφει απλά και κατανοητά, να μεταδίδει άμεσα και χωρίς ρητορείες την ουσία. Την είδηση. Και η είδηση, η ουσία σε εκείνες τις – όχι και τόσο μακρινές – εποχές ήταν μία: κάλεσμα αγώνα.

Ο Καραντηνός ήταν ο «Διονύσης» της Εθνικής Αντίστασης που μεγαλούργησε στον παράνομο Τύπο της κατοχής, ο Ληξουριώτης πτυχιούχος του Τμήματος Αρχαιολογίας – Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο επιστήμονας που ως ταξινόμος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους αναδείχτηκε σε σπουδαίο μελετητή των αρχείων του 1821 και συγγραφέας μιας σειράς σημαντικών άρθρων με αδημοσίευτο έως τότε υλικό σε περιοδικά όπως τα «Νεοελληνικά Γράμματα».

Ο Καραντηνός ήταν μέλος της ΟΚΝΕ ήδη από το 1941. Στην κατοχή εκλέγεται στο Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ, ενεργοποιείται στον παράνομο Τύπο και στήνει παράνομα τυπογραφεία. Η πορεία του ταυτίζεται οριστικά με το χώρο της αγωνιστικής δημοσιογραφίας που υπηρετεί ως υψηλό λειτούργημα. Στα μετάλλια τιμής του λαμποκοπούν οι διωγμοί του μετά τη Βάρκιζα, η παραπομπή του σε στρατοδικεία και η εξορία του στην Ικαρία και το Μακρονήσι.

Ο Καραντηνός κόσμησε τη δημοσιογραφία επί δεκαετίες ως μάχιμος δημοσιογράφος σε πολλές ημερήσιες εφημερίδες και από το 1974 σταθερά στον «Ριζοσπάστη». Οι συνάδελφοί του – σε μια εποχή που το να είσαι κομμουνιστής δημοσιογράφος δεν ήταν το ευκολότερο πράγμα – τίμησαν τον Νίκο Καραντηνό για την προσφορά του στο επάγγελμα, εκλέγοντάς τον για χρόνια ταμία και αντιπρόεδρο της ΕΣΗΕΑ μέχρι το 2000. Υπήρξε πρόεδρος του Συνδέσμου Αντιστασιακών Δημοσιογράφων και πάντα, όπως τόνισε και ο ίδιος, στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τα συμφέροντα του κλάδου και όλων των εργαζομένων.

Ο Καραντηνός ήταν ένα με το κίνημα, με τους αγώνες και τις θυσίες για τη λευτεριά, την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία της πατρίδας μας. Υπηρέτησε αταλάντευτα την κομμουνιστική ιδεολογία και την έκανε πράξη δείχνοντας πώς ασκείται η δημοσιογραφία όταν εκείνοι που την ασκούν εμφορούνται από το ιδανικό της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».


---
---
*

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Οι Ρομά, η φτώχεια κι εγώ

*
stavrosx1
***
*

Όταν όλοι ξέραμε για το Μενίδι
κι όλοι κάναμε την κορόιδα



Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης

Ξέρω πως είναι να μεγαλώνεις δίπλα στους Ρομά, ξέρω πως είναι να ζεις δίπλα στους Ρομά, ξέρω πως είναι να συμβιώνεις με τους Ρομά. Τον δικό μας τον συνοικισμό, τα Προσφυγικά Τρικάλων, ένας δρόμος τον χώριζε από τα Γυφτικα. Και τα Γύφτικα ένας δρόμος τα χώριζε από τις Εργατικές Κατοικίες. Μίγμα ολίγον ζόρικο και κατά τι ασταθές. Για να μην πω εκρηκτικό…

Και δεν κουνιότανε φύλλο! Όσα χρόνια μεγαλώναμε πλάι πλάι με τους Ρομά, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να έγινε σοβαρός καυγάς ή να χυθήκανε αίματα. Μεταξύ τους μαλλιοτραβιότανε βεβαίως, τα έχουνε όλες οι φυλές αυτά, αλλά με τον έξω κόσμο ηρεμία, ειρήνη και καλή γειτονία. Και τι στο διάολο είχαμε να χωρίσουμε δηλαδή; Την τσόχα ή τα ραφτικά; Φτώχεια κι εδώ, φτώχεια κι εκεί, φτώχεια και παραδίπλα, άστα να πάνε στο διάολο.

Ρώτησα και τη μάνα μου, γιατί εγώ ήμουνα πιτσιρίκι και φοβήθηκα ότι μπορεί να μην τα θυμόμουνα σωστά. «Μπα, τίποτα δε γινότανε βρε Χρήστο», μου είπε, για να συμπληρώσει: «Μια φορά μόνο όταν έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο ο αδερφός σου και είχανε βάλει στη διαπασών το ραδιόφωνο και δεν μπορούσε το παιδί να διαβάσει, πήγα και τους βρήκα και τους ζήτησα να το χαμηλώσουν. Με σεβάστηκαν, το χαμήλωσαν και παράπονο δεν έχω. Κι άλλη μια φορά είχες έρθει σπίτι κι είπες μια βρισιά που είχες ακούσει από απέναντι. Έκανα ότι δεν την πρόσεξα και την άλλη μέρα την είχες ξεχάσει.»

Αυτά στον καιρό της φτώχειας. Κι ύστερα ήρθε το ντουλά και γαμήθηκαν όλα. Ήρθε η «ισχυρή Ελλάδα» (δεν σας ξεχνάω κύριε Κώστα μου!) που μπούκωσε τους υπηκόους της με λεφτά και φυσικά δεν θα μπορούσε ν’ αφήσει τους Ρομά στην απέξω. Τους παραχώρησε λοιπόν ένα καλό μερίδιο στη διακίνηση ναρκωτικών και ξεμπέρδεψε. Όχι σε όλους βεβαίως και όχι στη χονδρική. Λιανεμπόριο, ίσα ίσα για να βγαίνει η χρονιά με άνεση και ν’ αγοράζουμε και καμιά «μπέμπα». Μη μου θέλετε και ανάκτορα στο Κένσινγκτον τώρα…

Μαζί με τα ναρκωτικά, φυσικά, ήρθανε και τα όπλα. Η κουλτούρα των όπλων για να είμαι ακριβής, που μας έφτασε εδώ που μας έφτασε. Σε τραγικά ατυχήματα, με θύματα αθώες ψυχές. Κάτι πάντως που δεν το βλέπουμε μόνο στην ηπειρωτική χώρα. Και σ’ ένα νησί μεγάλο που βγάζει λεβέντες κυκλοφορεί κόσμος και κοσμάκης με το Γκλοκ ανά χείρας. Και το «παίζει» κάθε τρεις και λίγο, σε γάμους, βαφτίσια και κηδείες. Αλλά οι κάτοικοι της νήσου είναι απλώς μελαχρινοί, δεν είναι σοκολατένιοι.

Εν κατακλείδι; Εν κατακλείδι κανείς δεν ήξερε κι όλοι το γνωρίζαμε. Ως και τα lifestyle περιοδικά στέλνανε ανθρώπους στο Μενίδι να ψωνίσουν «γραμμές» για τα αστέρια των εξωφύλλων τους. Το ξέραμε, το αφήσαμε, γιγαντώθηκε, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε το λογαριασμό. Αν θέλουμε πραγματικά να σώσουμε καταστάσεις, λύσεις υπάρχουν. Οι λύσεις όμως, όπως είπε κι ένας φίλος μηχανικός, δεν είναι ποτέ δωρεάν. Οι λύσεις κοστίζουν. Και σε χρόνο και σε ιδρώτα και σε μπερντέ. Είμαστε διατεθειμένοι να τ’ αφιερώσουμε στους συνανθρώπους μας ή θα κλείσουμε τα μάτια και θα συνεχίσουμε να τους χρησιμοποιούμαι για χωματερή;


Υ.Γ.: Και όχι, η φωτιά με το τσεκούρι δεν είναι λύση. Ποτέ δεν ήταν!
---
---
*